κορνάρω

κορνάρω
(αόρ. κορνάρισα) αμετ. гудеть, сигналить (об автомашине)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "κορνάρω" в других словарях:

  • κορνάρω — κορνάρω, κόρναρα και κορνάρισα βλ. πίν. 53 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κορνάρω — πατώ την κόρνα τού αυτοκινήτου, σφυρίζω με την κόρνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. cornare] …   Dictionary of Greek

  • κορνάρω — (λ. ιταλ.), σαλπίζω με το κόρνο των αυτοκινήτων: Γιατί δεν κορνάρισες στη στροφή του δρόμου; …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κορνάρισμα — το [κορνάρω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού κορνάρω, το σφύριγμα με την κόρνα …   Dictionary of Greek

  • ακορνάριστος — η, ο [κορνάρω] αυτός που δεν κορνάρισε, που δεν προειδοποίησε με κορνάρισμα …   Dictionary of Greek

  • μπαλαντζάρισμα — και παλαντσάρισμα, το αστάθεια, διακύμανση. [ΕΤΥΜΟΛ. < μπαλαντζάρω, κατά τα ουδ. σε ισμα (πρβλ. κορνάρω: κορνάρισμα] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»